αἵνω

αἵνω
Grammatical information: v.
Meaning: `winnow' (Pherekr.), but see the glosses.
Other forms: aor. ἧναι Further ἀ̄νέω (Ar. Fr. 694 (uncertain), Ath.), ἀφᾱνέω Ar. Eq. 394 (v.1.), ἄφηνα ἔκοψα, ἀφῆναι τὸ τὰς ἐπτισμένας κριθὰς χερσὶ τρῖψαι H.; further αἵνων· πτίσσων, ἥνας κόψας and γάναι (= Ϝᾶναι) περιπτίσαι (cod. -πτύσαι; s. Solmsen Unt. 280).
Origin: XX [etym. unknown] [82]
Etymology: PN Ἄνιος, Fick KZ 42, 146f.; Bechtel KZ 46, 374 compares the name of a phratry Ϝανίδαι (Argos); both quite uncertain. - One compared Lat. vannus `Futterschwinge'; and OHG wintōn `fan', Goth. dis-winÞjan `λικμᾶν'. The Germ. words seem to derive from the word for `wind' (cf. Lat. ventilare `fan', but αἵνω has no trace of the -t-. Derivation of the Greek word from *h₂weh₁- seems excluded by γάναι, which has no vowel before the F. ἀ̄νέω has been explained from *ἀ-Ϝαν-έω (Solmsen Unt. 272), which would imply a non-IE word (which is quite possible; or can we assume *h₂u̯n̥H- \> *αϜαν- ?). Note that the exact meaning of the word in unclear.
Page in Frisk: 1,41

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αίνω — αἵνω (Α) κοσκινίζω, λιχνίζω, ξεχωρίζω την ήρα από το σιτάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Αν η λ. συνδέεται πραγματικά, όπως υποστηρίζουν μερικοί, με το λατ. vannus «λιχνιστήρι» και τα αρχ. γερμ. wintōn και dis winpjan που σημαίνουν επίσης… …   Dictionary of Greek

  • αινώ — (ε) ρ. μετβ. служить благодарственный молебен, славить Господа Этим. < дргр. αίνος «слово» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αινώ — ( έω) (Α αἰνῶ) (νεοελλ. μσν.) (με θρησκ. σημ.) δοξολογώ, υμνώ «αἰνεῑτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν, αἰνεῑτε αὐτὸν ἐν τοῑς ὑψίστοις» αρχ. 1. λέγω, μιλώ για κάποιον ή κάτι 2. επαινώ, επιδοκιμάζω, εξυμνώ 3. συνιστώ, συμβουλεύω 4. συγκατατίθεμαι,… …   Dictionary of Greek

  • -αίνω — (ΑΝ) Γλωσσ. παραγωγική κατάληξη ρημάτων τής Ελληνικής, αρχαίας και νέας με μεγάλη παραγωγική δύναμη στην αρχαία ιδίως, αλλά και στη νέα …   Dictionary of Greek

  • αἰνῶ — αἰνέω tell pres subj act 1st sg (attic epic doric) αἰνέω tell pres ind act 1st sg (attic epic doric) αἰνός dread masc/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνῷ — αἰνός dread masc/neut dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴνω — Αἶνος tale masc nom/voc/acc dual Αἶνος tale masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴνω — αἴ̱νω , αἶνος tale masc nom/voc/acc dual (epic ionic) αἴ̱νω , αἶνος tale masc gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴνῳ — Αἶνος tale masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴνῳ — αἴ̱νῳ , αἶνος tale masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χρόνια μὲν ἦλθες, ἀλλ’ ὅμως αἰνῶ τάδε. — χρόνια μὲν ἦλθες, ἀλλ’ ὅμως αἰνῶ τάδε. См. Лучше поздно, чем никогда …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.